Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ο παπακοσμάς και το τηλέφωνο

Τηλεφωνική συσκευή 10ετίας 1970
Ντρίν…ντρινν..ντρίννννν….... χτυπούσε το τηλέφωνο στο σκοτεινό σπίτι του παπα-Κοσμά, ένα σπίτι σαν όλα τ΄ άλλα του χωριού. Σκέφτονταν ο παπά-Κοσμάς να το σηκώσει, για όχι! Μήπως είναι για καμιά εξομολόγηση ετοιμοθάνατου ή για κάποιον αγιασμό! Αν είναι για εξομολόγηση την έχω άσχημα. Πρέπει να σηκωθώ τώρα μαύρα μεσάνυχτα και να τρέχω. Όμως μπορεί να είναι για τίποτε αγιασμούς και κάτι τέτοια. Αν είναι κάτι τέτοιο, πρώτο θα είναι για αύριο και δεύτερο θα ’χει και αμοιβή και δεν πρέπει να το χάσω, αφού θα βγάλω και το ρακί της εβδομάδας

Ο παπα-Κοσμάς εδώ και χρόνια είχε μείνει μόνος. Οι θυγατέρες του είχαν παντρευτεί σ΄ άλλα χωριά και ο Μεγαλοδύναμος τελευταία τού πήρε και τη συμβία. Κι ήταν κληρικός για άλλες λύσεις κι άλλες σκέψεις. Φέτος τον παραπίεσε ο πρόεδρος του χωριού κι έβαλε τηλέφωνο, γιατί τώρα τελευταία ο παπά-Κοσμάς δεν ξυπνούσε κανονικά τις Κυριακές∙ η αλήθεια είναι ότι το έτσουζε. Παλαιότερα το βράχνιασμα το ξεπερνούσε πίνοντας ωμά αβγά, όμως τώρα μήτε κότες είχε μήτε και την πρεσβυτέρα να τού τα ετοιμάσει, άσε που άκουσε ότι τ΄ αβγά ανεβάζουν και τη χοληστερίνη. Έτσι άρχισε να πίνει, του  ΄φερνε μια θολούρα στο κεφάλι κι όλα πήγαιναν μια χαρά.
                               ***
Ο Παπακοσμάς  με την ανιψιά του
και την παπαδιά
τότε που βοηθούσε και στο αλώνισμα
Από τότε όμως που μπήκε αυτό το ρημάδι δε μεταπάτησε άνθρωπος στο σπίτι του. Μέχρι και η αδελφή του παπά-Κοσμά έμενε δύο στενά παρακάτω βάδισε ένα χιλιόμετρο για να του τηλεφωνήσει. Το αποκορύφωμα ήταν ο μπάρμπα-Χρήστος που περνώντας έξω από το σπίτι του Παπα-Κοσμά του είπε, όταν το ρώτησε ο παπάς για πού το έβαλε, του απήντησε : πάω να σου τηλεφωνήσω.
Με αυτές τις σκέψεις σηκώθηκε, τρίκλισε λιγάκι μονολογώντας «ίσιωμα», μα αμέσως βρήκε την ισορροπία του. Πλησίασε στο τηλέφωνο και το σήκωσε. Έβαλε το ακουστικό στ΄ αφτί του, πράγμα που δεν περίμενε να το πετύχει με το πρώτο. Εμπρός, είπε, και ρεύτηκε. Από την άλλη μεριά όμως του σύρματος ακούστηκε μια βροντώδης και επιβλητική φωνή, που του φάνηκε και λίγο γνωστή.

«Εδώ Θεός, έρχομαι να πιούμε μαζί ένα ρακί. Περίμενέ με». Του‘ πεσε  τ΄ ακουστικό του παπά-Κοσμά από την ταραχή. Σίγουρα θα είναι φάρσα σκέφτηκε και του΄ρθε να βρίσει. Κατάπιε όμως τη βρισιά και πήρε το ακουστικό διακινδυνεύοντας για άλλη μια φορά την ισορροπία του. Σαν το ξανάβαλε στο αφτί του, άκουσε την ίδια φωνή που του΄ λεγε: Φαίνεται σάστισες, όμως γιατί; Ο παπά-Κοσμάς δεν έβρισκε τη φωνή του, μα ούτε και μπορούσε να σκεφτεί. Γιατί δεν μιλάς, ακούστηκε πάλι η γνωστή φωνή. Τι…να… πωωω… ψέλλισε σαστισμένος και τραυλίζοντας ο παπά-Κοσμάς. Θέλεις να΄ρθω ή όχι; Είπε η φωνή. Να΄ρθεις …πως…αλί…μονο…ποιος…να…δηλ..αδή…ααα…τι…μπε..λα…που…βρή..κα μπόρεσε να πει ο παπά-Κοσμάς. Δεν είσαι έτοιμος να δεχτείς αυτόν που υπηρετείς, κηρύττεις το λόγο του και του προσφέρεις ευχαριστίες; Είπε η φωνή με έκδηλο κάποιο θυμό.

Πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου
{EL  GRECO}
Πρέπει να έρθω είτε το θέλεις είτε όχι ακούστηκε για τελευταία φορά η γνωστή φωνή. Μετά άκουσε το γνωστό σήμα του τηλεφώνου, όταν κλείνει.
Ο παπά-Κοσμάς ακούμπησε το ακουστικό, κάθισε στο ντιβάνι αποσβολωμένος και άρχισε να μονολογεί. «Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι είναι ο Θεός. Γιατί να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο σαν τους συγχωριανούς μου και να μη μου το πει απευθείας; Αλλά κι από την άλλη, γιατί να μη χρησιμοποιεί κι ο ίδιος προόδους της τεχνολογίας, που στο κάτω-κάτω Αυτός βοήθησε να επινοηθούν. Καλά αυτό. Και το ότι θύμωσε κι αυτό κατανοητό μήπως στο Ναό του Σολομώντα πάλι ο ίδιος δε θύμωσε και σήκωσε βούρδουλα για να διώξει τους εμπόρους; Αλλά είπε θα έρθει εδώ, συνέχισε ο παπα-Κοσμάς. Δεν είναι απανταχού παρών ο Θεός; Πως θα έρθει, αφού είναι εδώ; Μήπως και Τον έδιωξα; Κάπου όμως μπερδεύτηκε η σκέψη του και έτσι ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος και φώναξε Θεός είναι και κάνει ό,τι θέλει. Εγώ δεν έχω δικαίωμα να σκέφτομαι ότι υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορεί να τα κάνει ».

Ύστερα λάλησε το πετεινάρι – θα ήταν η τρίτη φορά-και θυμήθηκε τον Απόστολο Πέτρο που ολιγοπίστησε, όταν συλλάβανε το Χριστό και ότι ο ίδιος αυτή τη στιγμή αισθάνονταν ότι κι΄ αυτός είχε ολιγοπιστήσει. Μόνο που το παπά-Κοσμα δεν του ‘ρθε να κλάψει. Το ξεπέρασε μ΄ ένα τρέκλισμα και μονολογώντας «ίσιωμα» σωριάστηκε στο κρεβάτι του.

***
Την άλλη μέρα το πρωί το ρωτούσε ο μπάρμπα-Θεόφιλος ο ψάλτης προτού αρχίσει η Θεία Λειτουργία για κάτι ακατανόητα που άκουγε όταν του τηλεφώνησε. Ήθελα του΄λεγε να έρθω να πιούμε ένα τσιπουράκι, γιατί δεν είχα ύπνο, μα δεν καταλάβαινα τι έλεγες κι έκλεισα. Δίκαιο έχεις είπε ο παπά-Κοσμάς και ξέρεις ποιος φταίει; Το τηλέφωνο! γιατί αν ερχόσουν θα έβλεπα ότι είσαι ο Θεόφιλος και όχι ο Θεός. Πάλι ακαταλαβίστικα μιλάς παππούλη είπε ο μπάρμπα-Θεόφιλος, ενώ ο παπά-Κοσμάς άρχισε «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός Άγιος Αθάνατος ελέησον ημάς».

* Οι φωτογραφίες από το D:\My Documents\Archiev Dgolitsis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου